[2] ARCHIVOS 1ª, 2ª, 3ª, 4ª, 5ª 6ª 7ª 8ª 9ª 10ª 11ª 12ª 13ª 14ª 15ª 16ª 17ª 18ª 19ª 20ª y 21ª BLOQUES

SUGERENCIA: Buscar poetas antologados fácilmente:
Escribir en Google: "Nombre del poeta" + Fernando Sabido
Si está antologado, aparecerá en las primeras referencias de Google

sábado, 11 de mayo de 2013


Doukas Kapantaïs nació en Atenas, GRECIA en 1971. Es hijo de Vassos Kapantaïs escultor y de la novelista Ismini Kapantaï. Tiene un doctorado de las Universidades de Paris IV-Sorbonne (1998) y Berna (2007). Su campo de experiencia se encuentra dentro de la antigua filosofía griega y la lógica matemática moderna. En la actualidad es Profesor Asistente de Investigación en el Centro de Filosofía Griega de la Academia de Atenas, y ha sido profesor de Filosofía de la Lógica en la Universidad de Atenas. 
En 2004, su libro de poemas Boys and Girlsfue publicado por Nefeli ed.

Mi abuela, Catherine Nikolau, apellido de soltera Karavva
Murió en 1986, a la edad de 90
Los últimos años se había vuelto loca
Pero mantenía aún todo el tiempo su cordura
Era la persona más discreta de la tierra
Por ejemplo cuando yo miraba fútbol (en el programa de TV deportivo del domingo, tú sabes aquel con la sintonía popular)
Entonces cuando yo miraba fútbol podía verla que salía a dar una vuelta
Y si se daba cuenta que no estaba de humor, volvía derechita a su pequeño cuarto.
Y si yo estaba más sociable, se sentaba a mi lado y –lo recuerdo claramente-
disfrutaba particularmente de los cabezazos.
Ella disfrutaba particularmente de los cabezazos.

Dios me ayude cuando crezca viejo abuelo a parecerme a ella y no a ti,
A ella, no a ti.

Publicado en Greek poetry now 
Traducido del inglés por Myriam Rozenberg

My grandmother, Catherine Nikolaou, maiden name Karavva 
Died in 1986, age 90. 
The last years she had lost her mind. 
But all the while she still had her sanity 
She was the most discreet person on earth. 
For example when I watched football (on athletic Sunday TV show, you know the one with the popular tune), 
So when I watched football I could see her head popping out the doorway, 
And if she realized I wasn't in the mood, then straight back to her little room. 
And if I was more sociable, she would sit beside me and- I remember clearly- she particularly enjoyed headers. 
She particularly enjoyed headers. 

God help me when I grow old grandpa to be like her and not you, 
Like her, not you.


At night, when he turned in, 
a light breeze refreshed him - 
in solitude's excruciating heat 
in the dream's bitter-sweet poison: 
He was alone in a school yard 
making his way to the class, 
when, under fluorescent glows, 
the caretaker came out to tell him 
that the break was over, 
and if he wanted to get there 
he'd have to run, "Come on..., hurry up!" - 
run before he locked the classroom doors. 
He was rooted to the spot 
half a generation, and thus he remains.


At night, when he turned in, 
a light breeze refreshed her - 
in solitude's excruciating heat 
in the dream's bitter-sweet poison: 
She was wandering lost in a forest 
together with an old friend of hers 
whom she asked for the way out, 
though she seemed to know it all along. 
They were walking for hours in the forest, 
and whenever the crickets' trilling was heard, 
she thought they were singing for her, 
"Well, you're not exactly past your prime..." 
Finally, when she woke up soaking wet 
she remembered the tune and sang it.


I felt drowsy and without asking 
I was given to hold a crystal ball 
that shows the while inside us 
and I was scared to see myself in it. 
From the vault fell sheets, 
laundered, snowy, large, 
like living room furniture covering 
our houses - mammoth under the snow. 
Finally, when they had spread everywhere, 
a milky moon rose 
in the sky - a sign of ground frost? 
Presently a coach will come and pick us up - 
I was thinking, without the least expectation; 
Tame, docile…


Τα βράδια, καθώς έκανε να γείρει 
να κοιμηθεί, τον δρόσιζ' αεράκι – 
στης ερημιάς τ' αφόρητο λιοπύρι 
του ονείρου το γλυκόπικρο φαρμάκι: 
Βρισκόταν σε προαύλειο σχολείου 
και βάδιζε μονάχος για την τάξη, 
ενώ, κατ' απ' ανταύγειες φθορίου, 
ο επόπτης είχε βγει να του φωνάξει 
πως είχε το διάλειμμα τελειώσει, 
και θα 'πρεπε, εάν ήθελε να φτάσει, 
να τρέξει, «έλα…, άντε…!», να προφτάσει – 
να τρέξει, πριν τις αίθουσες κλειδώσει. 
Τα πόδια μου καρφώθηκαν στο χώμα 
μισή γενιά, κι είν' καρφωμέν' ακόμα.

Κατά τους Αλχημιστές, το αρσενικό αντίστοιχο της ψυχής.


Τα βράδια, καθώς έκανε να γείρει 
να κοιμηθεί, τον δρόσιζ' αεράκι – 
στης ερημιάς τ' αφόρητο λιοπύρι 
του ονείρου το γλυκόπικρο φαρμάκι: 
Χαμένη σ' ένα δάσος περπατούσε, 
μαζί με κάποια φίλη της παλιά 
που πως θα βρει το δρόμο τη ρωτούσε, 
μα έμοιαζε πως τον ήξερε καλά. 
Για ώρες μες το δάσος περπατούσαν, 
κι αν κάποτε ακουγόντουσαν τριζόνια, 
νόμιζε πως σε 'κείνην τραγουδούσαν: 
«Ε! δε σ' έχουνε πάρει και τα χρόνια…» 
Στο τέλος, όταν κάθιδρη ξυπνούσε, 
θυμόταν τον σκοπό, τον τραγουδούσε.

Εξοχικές κατοικίες το χειμώνα

Νύσταζα και χωρίς να το ζητήσω 
τη σφαίρα που μας δείχνει τον καιρό 
τον μέσα μας, μου δώσαν να κρατήσω 
και μέσα της φοβόμουν να ειδωθώ. 
Από το θόλο πέφτανε σεντόνια, 
αστραφτερά, κατάλευκα, μεγάλα, 
σκεπάζοντας σαν έπιπλα σε σάλα 
τα σπίτια μας – μαμούθ κατ' απ' τα χιόνια. 
Εν τέλει, όταν απλώθηκαν παντού, 
ανέτειλ' ένα κάτασπρο φεγγάρι 
στον ουρανό – σημάδι παγετού; 
Σε λίγο θα 'ρθει πούλμαν να μας πάρει – 
σκεπτόμουν, δίχως ίχνος προσμονής 
ή πανικού. Άβουλους, προσηνείς.

No hay comentarios: