BUSCAR POETAS (A LA IZQUIERDA):
[1] POR ORDEN ALFABÉTICO NOMBRE
[2] ARCHIVOS 1ª, 2ª, 3ª, 4ª, 5ª 6ª 7ª 8ª 9ª 10ª 11ª 12ª 13ª 14ª 15ª 16ª 17ª 18ª 19ª 20ª y 21ª BLOQUES
[3] POR PAÍSES (POETAS DE 178 PAÍSES)

SUGERENCIA: Buscar poetas antologados fácilmente:
Escribir en Google: "Nombre del poeta" + Fernando Sabido
Si está antologado, aparecerá en las primeras referencias de Google
________________________________

jueves, 28 de agosto de 2014

EFTIJÍA PANAYIOTU [11.022]




EFTIJÍA PANAYIOTU 

(1980)

La poeta, ensayista y traductora chipriota Eftijía Panayiotu nació en Nicosia, CHIPRE en 1980. Estudió filosofía en Atenas y completó su formación en la Facultad de Estudios Neogriegos de King’s College London. Trabaja en Atenas como revisora de textos, es traductora de poesía y escribe artículos sobre literatura en revistas y periódicos. Mantiene el blog Exwtico: http://exwtico.wordpress.com/

Poemas suyos se han traducido al inglés, al italiano y al alemán. Escribió los libros de poemas gran jardinero («μέγας κυπουρός», Kinonía ton (de)katon, 2007, al que pertenece el primer poema) y Negra Moralina («Μαύρη Μωραλίνα», Kedros, 2010, al que pertenecen los dos últimos).

Como traductora, publicó el libro Poemas eróticos («Ερωτικά ποιήματα», Ekdosis Melani, 2010) de Anne Sexton.




Traducción: Mario Domínguez Parra

Ver más traducciones blog:
http://logotejnikimetafrasi.wordpress.com/
  



palabras inefables

temo la lechuza en tu garganta
las palabras inefables, antes del incendio
nuestros ascensos como libros a anaqueles,
trayectos mentales, miradas de enamorados,
y todos los sueños que despiertan por las noches,
gatos errabundos.

las palabras que suenan como sanguijuelas
los «así es la vida», los «¿qué le vamos a hacer?»
los húmedos pañuelos de papel, las letras rasgadas
las fotografías calientes y las movidas
remembranzas, ramblazo; el mañana sin fin.

la obsoleta lechuza en tu garganta
el desgarro de mis sueños
el apuñalamiento de la mujer
en mí: recordaste quiero muerte

mi sombra.






ανείπωτες λέξεις

φοβάμαι την κουκουβάγια στο λαιμό σου
τ’ ανείπωτα λόγια, πριν απ’ τον πυρπολισμό
τις αναβάσεις μας σε ράφια σαν βιβλία,
διανοητικές ανταλλαγές, ερωτευμένων ματιές,
κι όλα τα όνειρα που ξυπνούν τα βράδια,
περιπλανώμενες γάτες.

τα λόγια που ηχούν σαν βδέλλες
τα «έτσι είν’ η ζωή», τα «τι να κάνουμε;»
τα υγρά χαρτομάντιλα, τα σκισμένα γράμματα
τις φωτογραφίες τις ζεστές και τις κινούμενες
μνήμες, μνήμα· το αξημέρωτο αύριο. 

η σκουριασμένη κουκουβάγια στο λαιμό σου
το σπάραγμα των ονείρων μου
η κατακρεούργηση της γυναίκας
εντός μου: θύμησες θέλω θάνατος

η σκιά μου.





la metafísica de la tristeza

es mi yo
tras la Dormición el animal domesticado  
la instantánea del alucinamiento
hacia el mundo ignoto
y la desesperanza
una pesadilla que no despierta
excepto en tu pensamiento.

es tu yo
el fraude de las visiones infantiles
el sueño sin fin del deseo
que cae triste en la zanja,
el lugar inconcebible del dolor
–la lógica ante el confinamiento–
cuando veo y vuelvo a ver desde un espejo
que tu apariencia se apaga, mi afán se tuerce
frente al vano razonamiento.
–invitación a la santidad–






η μεταφυσική της δυστυχίας

είναι το εγώ μου
το ημερωμένο ζώο κατόπιν κοιμήσεως
το στιγμιότυπο της παραίσθησης
μπρος στον άγνωστο κόσμο
και η απελπισία
ένας εφιάλτης που δεν ξυπνά
παρά μόνο στη σκέψη σου.

είναι το εγώ σου 
η παραχάραξη των παιδικών οραμάτων
ο ατέρμων ύπνος της ηδονής
που πέφτει στο χαντάκι λυπημένη,
της οδύνης ο τόπος ο ακατανόητος
–η λογική προς κάθειρξη–
όταν κοιτώ και ξανακοιτώ απ’ ένα κάτοπτρο
τη θωριά σου να σβήνει, ο μόχθος μου σκύβει
μπρος στη μάταιη εξήγηση.

–κάλεσμα αγιοσύνης–





47ef0-e-2bpanagiotou-taf2bjpeg

Traducción: Mario Domínguez Parra




el síndrome de Jerusalén

llega el día en que todo se apaga.
sobre los ojos un velo, los envuelve la luz,
y con el camisón camino acróbata sobre las verjas.
ya no temo las alturas, no temo el vacío,
el vértigo extiende las manos hacia el cielo
y se mide con las nubes.

llueve el Meteorólogo.

(bebemos
lluvia, nos agarramos con fuerza, los cuerpos célicos
y arco la música y los botones de par en par en el
piélago)

será el agua; perturba mi sueño. 
salado. muy salado; sangre para las sábanas.
por mucho que busques no lo hallarás.
muchachita, no aquí. no con él

mis nervios din-don una bóveda.
cuerpo que sacudes, salva.
mar, sálvame.

nado hacia la costa de nuestra utopía.
una tensa línea en el mapa nos separa.
el templo entre nosotros; escombros en-
tre nosotros, occidental muro de lágrimas.

nunca en las llamas de detrás.
(civilización)

si alguna vez quisieras enseñarnos recuerda nuestro kipá (1)
y si quieres saber tu enfermedad, mira, nos hemos puesto
el vestido de boda de mamá esgrimiendo las rejas, amor
masculino y femenino, aullando amor, nosotros solo amor
 –habíamos esparcido.


Nota de la autora

(1) Kipá:  gorrito judío tradicional. Símbolo de humildad. 






το σύνδρομο της Ιερουσαλήμ

έρχεται η μέρα που όλα σβήνουν.
στα μάτια μια μαντίλα, τα τυλίγει το φως,
και με τη νυχτικιά βαδίζω πάνω στα κάγκελα ακροβάτης.
δεν φοβάμαι πια το ύψος, δεν φοβάμαι το κενό,
ο ίλιγγος ανοίγει χέρι προς τον ουρανό
κι αναμετριέται με τα σύννεφα.

βρέχει ο Μετερεωλόγος.

(πίνουμε
βροχή, πιανόμαστε σφιχτά, τα σώματα ουράνια
και τόξο η μουσική και τα κουμπιά ορθάνοιχτα στο
πέλαγος)

το νερό θα ’ναι· αναστατώνει τον ύπνο μου.
αλμυρό. πολύ αλμυρό· αίμα για τα σεντόνια.
ψάξε-ψάξε δεν θα τον βρεις.
κοριτσάκι, όχι εδώ. όχι μ’ αυτόν

τα νεύρα μου ντιν-νταν θόλος
σώμα που σείεσαι, σώσε.
θάλασσα, σώσε με.

κολυμπώ στην ακτή της ουτοπίας μας.
μια τεταμένη γραμμή στο χάρτη μας χωρίζει.

ο ναός στ’ ανάμεσά μας. συντρίμμια τ’ ανά-
μεσά μας, τείχος δακρύων δυτικό.

στις φλόγες πίσω ποτέ.
(πολιτισμός)

αν κάποτε θελήσεις να μας μάθεις θυμήσου το Kippah (1) μας
και αν θες να μάθεις την αρρώστια σου, δες, έχουμε ντυθεί
με της μαμάς το νυφικό κραδαίνοντας τα κάγκελα, αρσενική
και θηλυκή αγάπη, αλυχτώντας αγάπη, εμείς μόνο αγάπη
– είχαμε σκορπίσει.


Σημειώση της ποιήτριας

(1) Κιπά. Το παραδοσιακό εβραϊκό σκουφάκι. Σύμβολο ταπεινοφροσύνης.






Traducción y nota bio-bibliográfica: Mario Domínguez Parra






ars poetica

nadie vio al enmascarado de las rosas.
salió de la casa con tijeras en las manos y un
gato negro en brazos hacia el bosque de los secretos –no
lo supo nadie– hasta que labios enormes hablaron
de crímenes en el río, de ferales agujas de pino,
de latidos peri mórtem y trenos a todo volumen.
fue entonces cuando manos como espinas lo desnudaron, arrancaron
el iracundo hongo infectado.






ars poetica

κανείς δεν είδε το μασκοφόρο με τα τριαντάφυλλα.
έφευγε απ’ το σπίτι με ψαλίδια στα χέρια και μ’ ένα
γάτο μαύρο αγκαλιά στο δάσος με τα μυστικά —δεν
το ’ξερε κανείς— μέχρι που χείλι τεράστια μίλησαν
για εγκλήματα στον ποταμό, για πευκοβελόνες θηρίου,
για επιθανάτιους χτύπους και θρήνους στη διαπασών.
τότε ήταν που αγκάθια χέρια το ξεγύμνωσαν, το ξερίζωσαν
το μολυσμένο μανιτάρι το μαινόμενο.







un espejismo

vivo para aquel día
del manicomio.
para la festividad del mundo,
cuando todos en casa se encerrarán, las mujeres se cortarán
los cabellos, los hombres con las narices ensangrentadas llorarán.
se cortará la corriente y el agua, al principio, será
solo polvo y un corazón de estroboscopio
que regulará los tonos de la luz, en una gélida cámara
estarán todos contra todos, todos se rebelarán contra
la revolución y plañirán verdades tiritando de terror,
y un ojo estará dentro de su dentadura refulgente
y una lengua muy incisiva que proferirá la jerigonza
de rerum natura / de natura deorum somnolienta
más o menos así se contraerá, así se retorcerá hasta que
el alma les abandone, saldrá esta señora y el día será
exquisita fiesta – apátrida festividad de la fiesta – mientras yo,
con un trozo de cristal en el nuevo mundo de los espejos,
viviré la independencia (todos somos iguales – idénticos y
muertos – ante la eterna burocracia),
es decir yo, del psiquiátrico, de todas formas yo,
y sin el alta, en la figura de los pájaros viviré,
normalmente vivo
y volveré a vivir el día.







μία αυταπάτη

για κείνη τη μέρα ζω
του φρενοκομείου.
για τη γιορτή του κόσμου,
που όλοι στα σπίτια θα κλειστούν, οι γυναίκες θα κόβουν
τα μαλλιά τους, οι άντρες με ματωμένες μύτες θα κλαίνε,
το ρεύμα θα χαθεί, και το νερό, στην αρχή θα ’ναι
μόνο σκόνη, και μια καρδιά στροβοσκοπίου
να ρυθμίζει τους τόνους του φωτός, σε θάλαμο παγωμένο
θα ’ναι όλοι εναντίον όλων, όλοι θα επαναστατούν κατά
της επανάστασης, και θα θρηνούν αλήθειες τρόμο τρέμοντας,
κι ένα μάτι θα ’ναι μες στ’ αστραφτερά τους δόντια
και γλώσσα κοφτερή πολύ που θα εκστομίζει κορακίστικα
de rerum natura / de natura deorum ναρκωμένη
κάπως έτσι θα συσπώνται, έτσι θα σφαδάζουν ώσπου
να τους βγει η ψυχή, θα βγει αυτή κυρία και η μέρα θα ’ναι
εξαίσια εορτή – απάτριδα γιορτή της εορτής – ενώ εγώ,
μ’ ένα κομμάτι κρύσταλλο στον νέο κόσμο των κατόπτρων,
την ανεξαρτησία θα ζω (όλοι ίδιοι είμαστε – ίσοι και
νεκροί – μπρος στην αιώνια γραφειοκρατία),
δηλαδή εγώ, του φρενοβλαβείου, ούτως ή άλλως εγώ,
και δίχως εξιτήριο, στο σχήμα των πουλιών θα ζω,
κανονικά ζω
και ξαναζώ τη μέρα.






la tenaza

Escorpio surcó los pies de ella.
desde aquel día girar sobre su cabeza
era una utopía perversa.
las adivinaciones de los expertos se revelaron erróneas.
nunca regresó ni una carta envió que
explicara el sitio de su álveo
y el reloj de la noche clavado profundamente en su pecho.
el escorpión, como ves, de nadie es amigo

le regaló sin embargo una brújula
para hallar mis rostros en la oscuridad
le enseñó la culpa
la lectura otra vez y de nuevo la escritura
y lee en la ventana sus ojos
y traza en la lista de casos mis ojos
y con las manos de alguno de los dos
golpea con ímpetu en la pared.
cabeza de negra en la pared

tanto tiempo, aquí había
un aerostato, un horror
que yo tenía que aceptar – cómo eras
era débil para amar
que me amaras
quería yo.






η δαγκάνα

ο Σκορπιός διέσχισε τα πόδια της.
από εκείνη τη μέρα το να στρέψει επάνω το κεφάλι
ήταν δυστοπία.
οι μαντείες των ειδικών απέβησαν λανθασμένες.
ποτέ δεν επέστρεψε μήτε γράμμα έστειλε που
να εξηγεί το σημείο του βυθού της
και το ρολόι της νύχτας βαθιά καρφωμένο στο στήθος της.
ο σκορπιός, βλέπεις, φίλος δεν είναι κανενός

της χάρισε όμως μια πυξίδα
να βρίσκει τα πρόσωπά μου στο σκοτάδι
της έμαθε την ενοχή
ανάγνωση πάλι και ξανά γραφή
και διαβάζει στο παράθυρο τα μάτια του
και χαράζει στο πινάκιο τα μάτια μου
και με κάποιου απ’ τους δύο τα χέρια
χτυπά μ’ ορμή στον τοίχο.
κεφάλι νέγρας στον τοίχο

τόσο καιρό, εδώ ήταν
ένα αερόστατο, μια φρίκη
που έπρεπε ν’ αποδεχτώ – πώς ήσουν
ήταν ανήμπορος ν’ αγαπήσει
να αγαπήσεις
ήθελα εμένα.