BUSCAR POETAS (A LA IZQUIERDA):
[1] POR ORDEN ALFABÉTICO NOMBRE
[2] ARCHIVOS 1ª, 2ª, 3ª, 4ª, 5ª 6ª 7ª 8ª 9ª 10ª 11ª 12ª 13ª 14ª 15ª 16ª 17ª 18ª 19ª 20ª y 21ª BLOQUES
[3] POR PAÍSES (POETAS DE 178 PAÍSES)

SUGERENCIA: Buscar poetas antologados fácilmente:
Escribir en Google: "Nombre del poeta" + Fernando Sabido
Si está antologado, aparecerá en las primeras referencias de Google
________________________________

jueves, 28 de agosto de 2014

KOSTAS SOFIANÓS [11.020]


KOSTAS SOFIANÓS 

Kostas Sofianós, POETA DE GRECIA,  es autor de los libros:

Ocupación secundaria (Τό Πάρεργο, Αθήνα, 1970);
Suboficial de señales (Σηματώρος, Aθήνα, 1974);
Los gozos (Οἱ Ἀπολαύσεις, Αθήνα, Διογένης, 1981);
y El fantasma del apuntador [textos publicados e inéditos, 1970-1994] (Το φάντασμα του υπνοβολέα  [δημοσιευμένα καί ἀδημοσίευτα 1970-1994], Aθήνα, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, 1994).

Esta secuencia de poemas pertenece al último libro citado. Su título es el título original de las llamadas Meditaciones del emperador Marco Aurelio (obra que escribió en griego).

Su blog: http://sofianoskostas.blogspot.com.es/ 




Traducción y nota: Mario Domínguez Parra
Ver más traducciones blog:
http://logotejnikimetafrasi.wordpress.com/
  


I

Ponte seria alma mía,
este cuerpo es tuyo
no se lo dejes…

I

Σοβαρέψου ψυχή μου,
τοῦτο τὸ σῶμα εἶναι δικό σου
μὴ τούς τ’ ἀφήνεις…

II

¿Qué voy a hacer
ahora con tu luz
estrella extinta?

ΙΙ

Τὶ νὰ τὸ κάνω
τώρα τὸ φῶς σου
σβησμένο ἀστέρι;

III

Ya anocheció
en esta estrella,
vamos alma mía…

ΙΙΙ

Νύχτωσε κιόλας
σ’ αὐτό τ’ ἀστέρι,
πᾶμε ψυχή μου…






Ηρώδειο, 1971

Ηρώδειο:
Η υγρή ψυχή των ψηφοφόρων
ελαύνεται εις πάθος˙
φταίνε οι τόνοι της ηρωικής
(για ό,τι γράφω- γράψε λάθος
αν λάβει γνώση ο ανακριτής…)
Φθηνές αισθήτες, λιλιά, λοφία,
χοντρές κυρίες που έχουν γνώμη
στολές-γαλόνι.
Πρώτες σειρές-
συγκαταφάσκουσα μπουρζουαζία.
Αν είχα θάρρος κ’ ένα μπετόνι…
«Μα τι σας φταίει η κοινωνία;!»
Τα σπίρτα κρύβω-
πρέπει να στρίβω
με υποπτεύονται για αναρχία.







ΜΠΕΝΑΚΕΙΟΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Είναι ωραία και όμως ερευνά
ή, μάλλον, μολονότι ωραία και διόλου θεούσα — κάθε άλλο,
(το αποκλείει το ελάχιστο που φορά μπλουζάκι,
καθώς αφήνει έκθετη τη σφριγώσα μέση, σαφώς υπαινισσόμενο ότι ο αφαλός,
αθέατος προς το παρόν αλλά πάντως ακάλυπτος,
πιό κι απ’ τη μέση ερεθιστικός θα είναι)
εντούτοις, έχει καθήσει μπροστά στην οθόνη και ερευνά.
Μεταπτυχιακή φοιτήτρια προφανώς,
θα σπουδάζει, υποθέτω, ιστορία,
(ή μήπως κοινωνιολογία της παιδείας — στις μέρες τους τίποτα δεν αποκλείεται)
περνάει την ταινία μικροφίλμ των παλαιών εφημερίδων
και
όλο κάτι αποσπά
και καταγράφει
στο γόνατο ακουμπώντας
(σίγουρο γόνατο τορνευτό)
το σημειωματάριό της με φίνο σκουρόχρωμο δέρμα δεμένο,
σαν το δέρμα που συγκρατεί στα όρια του τέλειου σχήματός της
τους όμοιους με ελάσματα μυώνες.
Θαυμάζω και επικροτώ την επιμέλεια της κόρης,
την εμβρίθεια του ύφους της, των βλεμμάτων της την προσήλωση
στο είδωλο του κειμένου,
που πότε ακινητεί και πότε φεύγει,
καθώς το χέρι της — χέρι Αρτέμιδος εν ώρα κυνηγίου — κομψά και έμπειρα
περιστρέφει τη μικρή λαβή δεξιά της.
Σημειωτέον
– και τούτο επιτείνει τον θαυμασμό μου, όχι μόνο για την εμβρίθεια κλπ.,
αλλά και για την ασκητική, σχεδόν, αυτοπειθαρχία της κόρης –
είναι ΄Ανοιξη.
Ο ήλιος έξω λάμπει χωρίς να δυναστεύει.
Προπετή κελαηδήματα αναμειγνύονται με κορναρίσματα ποικίλλων οχημάτων,
κι απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο εισβάλλει άρωμα νερατζιάς –
συνεγείροντας ως και τον γέροντα ερευνητή, που τώρα δα σηκώθηκε
και
βγήκε,
λέει,
ν’ ανασάνει
“ολίγον αέραν εαρινόν, αγαπητέ μου”.
Είναι ΄Ανοιξη, λοιπόν,
οι φλέβες των ορυκτών διαστέλλονται
από τη ζείδωρη ένταση του φωτός που αεροβατεί αχνίζοντας
στις φρεσκοπλυμένες μαρμαρόπλακες του παλιού Βουλευτηρίου,
κι εκείνη
δοσμένη στην αποδελτίωση παρωχημένων περιστατικών και λόγων
κάθεται ανύποπτη
με την πλάτη γυρισμένη στο παρόν
(όπως κάθονταν άλλοτε τ’ απόβραδο στις γειτονιές οι γυναίκες,
έξω από τα χαμηλά τους σπίτια,
για να ξεδώσουν χαζεύοντας τους περαστικούς,
ενώ μέσα οι μοίρες, αγέλαστες και ακαλλώπιστες,
ετοίμαζαν συμφορές).
Θαυμάζω και επικροτώ,
μα αν κρίνω από το ύφος της,
ύφος βέβαιο “οργανικής διανοουμένης”
(ως επί πολύ και αδιαμαρτύρητα — αλλοίμονο — ακροασθείσης των μαθημάτων
της πολυτόμου κυρίας Π., λόγου χάρη,
ή, έτι χείρον,
της
πολυπράγμονος κυρίας Φ.)
αν κρίνω, λέω, από το ύφος της,
και όχι βέβαια από το φύλο ή την ομορφιά της
– ξου, ξου κακόγλωσσες φεμινίστριες –
συμπτώσεις που διόλου δεν εμπόδισαν
την Κόρινα να υποσκελίσει τον Πίνδαρο
και την Υπατία να υπηρετήσει, έως θανάτου ένδοξη και με τον ίδιο ζήλο,
της Αθηνάς και της Αφροδίτης τα έργα
(γι’ αυτό, λέγεται, την διαμέλισαν οπαδοί του Κυρίλλου Αλεξανδρείας,
γιατί δεν άντεχαν οι φθονεροί καλόγεροι να ζουν ανέραστοι
δίπλα σε τέτοια ομορφιά)
φοβούμαι
– πολύ φοβούμαι, ομολογώ –
ότι το όλο εγχείρημα θα καταλήξει,
μετά πολλών επαίνων, ασφαλώς,
σε μιαν ακόμη περισπούδαστη “προοδευτική” πατάτα.
24 Απριλίου 2000